αἰχμαλωτισμός

αἰχμᾰλ-ωτισμός, ,
A = αἰχμαλωσία, Sch.Ar.Nu.186.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιχμαλωτισμός — αἰχμαλωτισμός, ο (Μ) [αἰχμαλωτίζω] σύλληψη αιχμαλώτου, αιχμαλωσία …   Dictionary of Greek

  • αἰχμαλωτισμοῦ — αἰχμαλωτισμός masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτισμούς — αἰχμαλωτισμός masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτισμῷ — αἰχμαλωτισμός masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰχμαλωτισμόν — αἰχμαλωτισμός masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιχμαλώτιση — αιχμαλώτιση, η και αιχμαλωτισμός, ο η σύλληψη αιχμαλώτου: Στην τοποθεσία αυτή έγινε ο αιχμαλωτισμός μας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αιχμαλωσία — η (Α αἰχμαλωσία) [αἰχμάλωτος] η σύλληψη κάποιου από τον εχθρό κατά τη διάρκεια μάχης ή πολέμου, αιχμαλωτισμός νεοελλ. η κατάσταση τού αιχμαλώτου αρχ. το σύνολο τών αιχμαλώτων, οι αιχμάλωτοι …   Dictionary of Greek

  • αιχμαλωτίζω — (Α αἰχμαλωτίζω) συλλαμβάνω κάποιον ως αιχμάλωτο, υποδουλώνω, σκλαβώνω (νεοελλ. μσν.) καθιστώ κάποιον υποχείριο μου, τόν γοητεύω, τόν συναρπάζω νεοελλ. (για ζώα) συλλαμβάνω, αρπάζω για λογαριασμό μου, οικειοποιούμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰχμάλωτος. ΠΑΡ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.